διαβιάζομαι

διαβῐάζομαι, strengthd. for βιάζομαι, E.IT1365, LXX Nu.14.44;
A

δ. τὴν ἀσθένειαν τῇ συνηθείᾳ τῇ πρὸ τοῦ Plb.23.12.2

; of plants, penetrate the soil in germination, Thphr.CP2.17.7.

Greek-English dictionary (Αγγλικά Ελληνικά-λεξικό). 2014.

Look at other dictionaries:

  • διαβιαζόμενον — διαβιάζομαι penetrate pres part mp masc acc sg διαβιάζομαι penetrate pres part mp neut nom/voc/acc sg διαβιάζομαι penetrate pres part mp masc acc sg διαβιάζομαι penetrate pres part mp neut nom/voc/acc sg …   Greek morphological index (Ελληνική μορφολογικούς δείκτες)

  • διαβιῶν — διαβιάζομαι penetrate fut part act masc voc sg διαβιάζομαι penetrate fut part act neut nom/voc/acc sg διαβιάζομαι penetrate fut part act masc nom sg (attic epic ionic) διαβιόω live through pres part act masc voc sg (doric aeolic) διαβιόω live… …   Greek morphological index (Ελληνική μορφολογικούς δείκτες)

  • διαβιασάμενοι — διαβιάζομαι penetrate aor part mp masc nom/voc pl διαβιάζομαι penetrate aor part mid masc nom/voc pl …   Greek morphological index (Ελληνική μορφολογικούς δείκτες)

  • διαβιασάμενος — διαβιάζομαι penetrate aor part mp masc nom sg διαβιάζομαι penetrate aor part mid masc nom sg …   Greek morphological index (Ελληνική μορφολογικούς δείκτες)

  • διαβιάσασθαι — διαβιάζομαι penetrate aor inf mp διαβιάζομαι penetrate aor inf mid …   Greek morphological index (Ελληνική μορφολογικούς δείκτες)

  • διαβιῶσιν — διαβιάζομαι penetrate fut part act masc/neut dat pl (attic epic doric ionic) διαβιάζομαι penetrate fut ind act 3rd pl (attic epic doric ionic) διαβιόω live through pres subj mp 2nd sg (epic) διαβιόω live through pres subj act 3rd pl διαβιόω live… …   Greek morphological index (Ελληνική μορφολογικούς δείκτες)

  • διαβιῆς — διαβιάζομαι penetrate fut ind act 2nd sg (doric) …   Greek morphological index (Ελληνική μορφολογικούς δείκτες)

  • διαβιῴη — διαβιάζομαι penetrate fut opt act 3rd sg …   Greek morphological index (Ελληνική μορφολογικούς δείκτες)

  • διαβιῴημεν — διαβιάζομαι penetrate fut opt act 1st pl …   Greek morphological index (Ελληνική μορφολογικούς δείκτες)

  • διαβιῴης — διαβιάζομαι penetrate fut opt act 2nd sg …   Greek morphological index (Ελληνική μορφολογικούς δείκτες)

  • διαβιῶ — διαβιάζομαι penetrate fut ind act 1st sg (attic epic ionic) διαβιόω live through pres subj act 1st sg διαβιόω live through pres ind act 1st sg διαβιόω live through aor subj act 1st sg διαβιόω live through pres subj act 1st sg διαβιόω live through …   Greek morphological index (Ελληνική μορφολογικούς δείκτες)

Share the article and excerpts

Direct link
Do a right-click on the link above
and select “Copy Link”

We are using cookies for the best presentation of our site. Continuing to use this site, you agree with this.